Είναι εφικτή η αγαμία;

Η κατηγορία προς τον καρδινάλιο της Σκωτίας και επικεφαλής της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας της Βρετανίας Κιθ Ο’Μπράιεν ήταν «ανάρμοστη συμπεριφορά». Περίεργη και όχι και τόσο εύστοχη επιλογή λέξεων για να περιγράψει κανείς τα εξής περιστατικά: Ενας από τους καταγγέλλοντες ιερείς ανέφερε πως διατηρούσε απαγορευμένη σχέση με τον καρδινάλιο που είχε δώσει τον όρκο ιερατικής αγαμίας. Αλλος καταγγέλλει ότι ήταν μόλις 18 ετών όταν ο Ο’Μπράιεν τον «προσέγγισε ανάρμοστα». Ενας τρίτος ότι εκλήθη να «γνωρίσει καλύτερα» τον Ο’Μπράιεν στην κατοικία του, όπου, έπειτα από κατανάλωση αλκοόλ, τον «προσέγγισε με ανάρμοστο τρόπο». Ο ίδιος ο καρδινάλιος αρνείται κάθε κατηγορία. Η απόφασή του, στις 10 Φεβρουαρίου, να εγκαταλείψει την αρχιεπισκοπή του Αγίου Ανδρέα και του Εδιμβούργου έγινε δεκτή από τον απερχόμενο Πάπα Βενέδικτο ΙΣτ΄, ο οποίος είχε ήδη ενημερωθεί για τις καταγγελίες.


Ουσιαστικά πρόκειται για άλλη μια τυπική ιστορία – η έκπληξη κατέστη περιττή διά της επαναλήψεως. Απλώς το τελευταίο σεξουαλικό σκάνδαλο της Εκκλησίας επαναφέρει στο διεθνές προσκήνιο το ζήτημα της αγαμίας του κλήρου και ανοίγει το κουτί της Πανδώρας, εκθέτοντας την αξιοπιστία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και διαβάλλοντας αμετάκλητα τους επίσημους εκπροσώπους της. Την ίδια στιγμή που κηρύττουν με άτεγκτο τρόπο απαράβατες αρχές για τη ζωή της αγνότητας, χωρίς να διστάζουν όποτε χρειαστεί να επιβάλουν ποινές (λόγου χάρη στην εξομολόγηση), οι ίδιοι ολοφάνερα αδυνατούν να ακολουθήσουν τα λεγόμενά τους. Για τους επικριτές της Εκκλησίας, έτσι ξεσκεπάζονται η αδιαλλαξία, η υποκριτική χειραγώγηση και το σκοταδιστικό πρόσωπο ενός πανανθρώπινου θεσμού – κατά τα άλλα, εξόχως σημαντικού.


Δύο μέτρα και δύο σταθμά


Σε περιπτώσεις σκανδάλων σεξουαλικής παρενόχλησης όπως του Ο’Μπράιεν, οι ιερείς αποκαθηλώνονται ξεγυμνωμένοι μπροστά στα επικριτικά βλέμματα εκατομμυρίων πιστών. Το να κατηγορείται ένας κοινός πολίτης για σεξουαλικό έγκλημα φέρει άλλη ηθική βαρύτητα από το να παραβιάζει κανόνες εκείνος που
– ως δήθεν αδιάφθορος – καθιστά την αγνότητα σημαία του.


Τη στιγμή που η πολυσυζητημένη περίπτωση του βρετανού καρδιναλίου κλονίζει το Βατικανό και την καθολική πίστη, μια άλλη υπόθεση έρχεται στο φως της δημοσιότητας: Σύμφωνα με ανεξάρτητη ερευνητική επιτροπή, χιλιάδες νεαρές κοπέλες στην Ολλανδία (ίσως και δεκάδες χιλιάδες) έχουν υποστεί σεξουαλική και σωματική κακοποίηση στα χέρια στελεχών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, από το 1945 έως το 2010. Περίπου το 40% των γυναικών που ανακρίθηκαν για τους σκοπούς της έρευνας δήλωσαν ότι τις είχαν βιάσει ιερείς και διάκονοι. Σημειωτέον ότι η ανεξάρτητη επιτροπή χρηματοδοτήθηκε από τη Διάσκεψη των Ολλανδών Επισκόπων, αλλά η εντολή για την πραγματοποίηση της έρευνας δόθηκε από την κυβέρνηση.


Προς την άρση της αγαμίας


Ο Ζήσης Παπαθανασίου, επίκουρος καθηγητής Γυναικολογίας, σεξολόγος και διευθυντής του Ελληνικού Σεξολογικού Ινστιτούτου, απαντά στο ΒΗmagazino στον ισχυρισμό ότι η αγαμία επωάζει καταστάσεις σεξουαλικών παρενοχλήσεων στους κόλπους της Εκκλησίας και πίσω από την αδιαφανή αυλαία της: «Θα μπορούσε κανείς να το υποθέσει με αρκετή βεβαιότητα».


Πολλοί καθολικοί, ανάμεσά τους και ο καρδινάλιος Ο’Μπράιεν, ζητούν σήμερα να αναθεωρηθεί το καθεστώς της αγαμίας στον κλήρο. Ενα απρόσμενο κύμα διαμαρτυρίας ξεσηκώθηκε το 2010, με φόντο τις εκθέσεις που αποκάλυψαν τα σκάνδαλα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών από ιερείς στην Ιρλανδία (τους κάλυπτε η ιεραρχία της Εκκλησίας), και άλλα παρόμοια περιστατικά στη Γερμανία και στο Βέλγιο, τα οποία συγκλόνισαν τον κόσμο. Τότε, 39 τολμηρές Ιταλίδες ζήτησαν με ανοιχτή επιστολή τους προς τον Πάπα Βενέδικτο την άρση της αγαμίας, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα ότι διατηρούσαν κρυφά ερωτική σχέση με καθολικούς κληρικούς. Τόλμησαν να θίξουν το αδιαφιλονίκητο ταμπού και την υποβόσκουσα υποκρισία που, αιώνες τώρα, χαρακτηρίζει τον ιδιωτικό βίο των καθολικών κληρικών. Στην επιστολή τους οι «κρυφές ερωμένες» περιέγραψαν ανερυθρίαστα την κρυφή ζωή στο πλευρό ενός αγαπημένου κληρικού, ζητώντας από τον Πάπα να κατανοήσει ότι μόνο ένας ευτυχισμένος ιερέας, με σύζυγο και ολοκληρωμένη οικογένεια, μπορεί να εκπληρώσει σωστά την αποστολή του.


Το ίδιο έτος ο αρχιεπίσκοπος της Βιέννης, καρδινάλιος Κρίστοφ Σένμπορν, δήλωσε ότι η κατάργηση της αγαμίας ίσως θέσει τέρμα στις σεξουαλικές καταχρήσεις. Ο καρδινάλιος, ο οποίος συγκαταλεγόταν στους στενούς συμβούλους του Πάπα, υποχρεώθηκε να πάρει πίσω τη δήλωσή του όταν ο Βενέδικτος τον επανέφερε στην τάξη, υπενθυμίζοντας αδιάλλακτα «την αρχή της ιερής αγαμίας». Οπως αναφέρουν οι γυναίκες στην επιστολή, η δημόσια τοποθέτηση του Πάπα στο ζήτημα της αγαμίας αποτελεί «επιβεβαίωση της ιερότητας ενός πράγματος που δεν είναι ιερό, αλλά ένας κανόνας γραμμένος από τους ανθρώπους».


Η επίσημη πολιτική της Καθολικής Εκκλησίας για την αγαμία παραμένει απαράγραπτη από τον 11ο αιώνα. Μετά το Σχίσμα του 1054, το οποίο διαίρεσε τον χριστιανισμό, η Δυτική Εκκλησία επέβαλε την αγαμία των επισκόπων και των κληρικών όλων των βαθμών, ενώ αντιθέτως οι διάκονοι και οι ιερείς της Ανατολικής Εκκλησίας πριν από τη χειροτονία τους μπορούν να επιλέξουν τον έγγαμο βίο (απαγορεύει, όμως, τον γάμο στους επισκόπους, καθώς και τη χειροτονία έγγαμων ιερέων στο αξίωμα αυτό). Ο Λόρενς Κάνινγκχαμ, καθηγητής Θεολογίας στο καθολικό Πανεπιστήμιο Νοτρ Νταμ, έχει υποστηρίξει ότι οι υποχρεωτικοί κανόνες αγαμίας θεσμοθετήθηκαν για πρακτικούς λόγους, ένας εκ των οποίων ήταν και το να αποφύγει η Εκκλησία τη διεκδίκηση περιουσίας από τους απογόνους των κληρικών. Ως τότε, η αγαμία είχε προαιρετικό χαρακτήρα και αρκετοί επίσκοποι και πάπες παντρεύονταν.


Ενας απάνθρωπος κανόνας;


«Η φύση έχει προνοήσει για την ερωτική επιθυμία και τη σεξουαλική έκφραση, προκειμένου να εξασφαλίζεται η αναπαραγωγή, άρα η αγαμία είναι αντίθετη στην ανθρώπινη φύση» συμπληρώνει ο Ζήσης Παπαθανασίου. Το παιχνίδι της ερωτικής επιθυμίας παραμένει αέναα περίπλοκο. «Ουσίες που εκκρίνει ο ανθρώπινος οργανισμός, όπως η τεστοστερόνη και τα οιστρογόνα, επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό την ερωτική ορμή και τη σεξουαλική συμπεριφορά, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες» εξηγεί ο χειρουργός ουρολόγος - ανδρολόγος Αναστάσιος Καλαντζής. «Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η πραγματική αγαμία δεν μπορεί να επιτευχθεί» συμπληρώνει. «Πρόκειται για μια θυσία που οι άνθρωποι της Εκκλησίας μπορούν να χειριστούν αναπτύσσοντας διάφορους μηχανισμούς, όπως η πίστη και η προσευχή». Ο ίδιος θυμάται χαρακτηριστικά την ιστορία της 70χρονης μοναχής που είχε παραμείνει παρθένα.


Από την άλλη, τα ολοένα αυξανόμενα ερωτικά μηνύματα που εκπέμπει η κοινωνία μέσω Internet, περιοδικών και τηλεόρασης μειώνουν πιθανώς κατ’ αναλογία την ικανότητα αντίστασης των ιερωμένων. Σύμφωνα με τον Ζήση Παπαθανασίου, πρέπει να λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι στη συζήτηση περί καταναγκαστικής σεξουαλικής συμπεριφοράς εντάσσονται και θέματα εθισμού στο Internet, τακτικό σεξ μέσω Ιnternet ή με εκδιδόμενες γυναίκες. Ως γνωστόν, όπως επισημαίνει ο Αναστάσιος Καλαντζής, αθρόα σεξουαλικά ατοπήματα παρατηρούνται και εκτός Εκκλησίας.

«Η κατά μόνας αμαρτία»
Ούτε ο αυνανισμός θα μπορούσε, όμως, να «λύσει» τα χέρια των ιερέων. Η Ορθόδοξη Εκκλησία με τον όρο «κατά μόνας αμαρτία» ουσιαστικά κατατάσσει τον αυνανισμό στις αμαρτωλές πράξεις. Η πράξη της αυτοϊκανοποίησης αποτελεί αθέτηση του θρησκευτικού άγαμου βίου. «Ο αυνανισμός απαγορεύεται από την Εκκλησία, αλλά όχι από την επιστήμη, η οποία υποστηρίζει ότι μέσω αυτού ευοδώνεται η σεξουαλικότητα, ενώ θεωρείται πολύ καλή γυμναστική και πολύ καλή προετοιμασία. Αλλωστε, οι άνθρωποι που αυνανίζονται στην εφηβεία έχουν λιγότερα προβλήματα στο σεξ αργότερα» εξηγεί ο Ζήσης Παπαθανασίου.


Σύμφωνα με το Εκκλησιαστικό Δίκαιο της Ορθοδοξίας, όταν ένας κληρικός προκαλέσει την έκκριση σπέρματος μέσω αυνανισμού, τιμωρείται με αργία από τα καθήκοντά του για ένα έτος, ενώ καθαιρείται αν την ασκεί κατ’ εξακολούθηση. Οπως έχει παρατηρήσει στο παρελθόν ο γνωστός πατέρας Φιλόθεος Φάρος, στην ορθόδοξη πατερική διδασκαλία και παράδοση σημασία δεν έχει η πράξη, αλλά το ίδιο το κίνητρο του αυνανισμού: η πράξη αποτελεί αμαρτία εφόσον η ικανοποίηση του εγωισμού εντοπίζεται ως το κίνητρο.


Η αποχή και η πραγματική ζωή


Αποχή από το σεξ παρατηρείται και σε ανθρώπους εκτός Εκκλησίας, στο ποίμνιο. Ορισμένοι άνθρωποι οδηγούνται σε τέτοιες επιλογές λόγω αδυναμίας εύρεσης ερωτικού συντρόφου, όπως παρατηρεί ο καθηγητής Ζήσης Παπαθανασίου. «Αλλοι με επισκέπτονται για να καταφέρουν να καταργήσουν τις ορμές τους και να αφοσιωθούν απερίσπαστοι στην αγαμία. Πρόκειται για ανθρώπους με έντονες θρησκευτικές πεποιθήσεις».


Ως προς τους «κοινούς θνητούς» εκτός κλήρου, όπως αναφέρει ο Αναστάσιος Καλαντζής, «ύστερα από μία μεγάλη έρευνα ενός έτους της ΕΜΑΣ (Εταιρεία Μελέτης Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας) με δείγμα 18.000 ζευγάρια παραγωγικής ηλικίας στην Ελλάδα, ένας γάμος θεωρείται ανενεργός όταν ένα ζευγάρι κάνει σεξ λιγότερο από δέκα φορές τον χρόνο. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει στην Αμερική και στην Ευρώπη. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαλύεται ο γάμος εφόσον δεν στηρίζεται αποκλειστικά στο σεξ».


Συνειρμικά θυμάται κανείς τον Γκάντι, σύμφωνα με τον οποίο η αγαμία συγκαταλεγόταν στις αξίες της ιδεατής ζωής, μεταξύ των οποίων και η χορτοφαγία. Εκείνος απείχε από την ερωτική εμπειρία με τη συναίνεση της συζύγου του και θεωρούσε ένα πλήρες γεύμα «έγκλημα εναντίον του ανθρώπου και του Θεού». Πίστευε στην ολιγάρκεια και στη λιτότητα ως αρετές θεάρεστες. Στην επίγεια πραγματικότητα, όμως, ποιος μπορεί να ζήσει τέλεια (με την αριστοτελική έννοια του όρου) χωρίς το θεϊκό χάδι του συνανθρώπου του;

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 16 Μαρτίου 2013
Πηγή: tovima.gr